καλήτωρ

καλήτωρ
καλήτωρ, ὁ (Α)
(επικ. τ.)
1. αυτός που καλεί, που συγκαλεί, κήρυκας, διαλαλητής («κήρυκα καλήτορα», Ομ. Ιλ.)
2. κύριο όνομα (στον Όμ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. καλη- (τού καλῶ), το οποίο αποτελεί προϊόν συμφυρμού τών μορφών καλέ- και κλη- (βλ. καλώ) + επίθημα -τωρ (πρβλ. ηγή-τωρ, θηρή-τωρ)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • Καλήτωρ — crier masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλήτωρ — crier masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καλήτορα — Καλήτωρ crier masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλήτορα — καλήτωρ crier masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καλήτορος — Καλήτωρ crier masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλήτορος — καλήτωρ crier masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Calétor — CALÉTOR, ŏris, Gr. Καλήτωρ, ορος, (⇒ Tab. XXXI.) des Klytius, und also des Priamus Bruders, Sohn, welchen Ajax Telamonius vor Troja mit nieder machete. Homer. Il. Ο. v. 419 …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • καλώ — (AM καλῶ, έω, Α αιολ. τ. κάλημι) 1. ζητώ από κάποιον να έρθει κοντά μου (α. «κάλεσε την πυροσβεστική γρήγορα» β. «εἰς ἀγορὴν καλέσαντα... Ἀχαιούς», Ομ. Οδ.) 2. προσκαλώ κάποιον για χορό, δείπνο, γιορτή κ.λπ., συγκεντρώνω άτομα με πρόσκληση (α.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”